σαρώνω

σαρῶ, -όω, ΝΑ, και σαροννύω Α
1. σκουπίζω, καθαρίζω το έδαφος ή το δάπεδο («οἶκος σεσαρωμένος», ΚΔ)
2. μτφ. παρασύρω, καταστρέφω, εξαφανίζω («ο τυφώνας σάρωσε τα πάντα»)
νεοελλ.
1. (ηλεκτρον.) διενεργώ σάρωση
2. μτφ. συγκεντρώνω («σάρωσε όλα τα βραβεία»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάρον «σκούπα». Ο τ. σαροννύω είναι μτγν.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαρώνω — σαρώνω, σάρωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σαρώνω — [сарома] ρ. (μεταφ.) наносить удар, уничтожать, истреблять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαρώνω — σάρωσα, σαρώθηκα 1. σκουπίζω. 2. καταστρέφω, τα κάνω σκόνη: Ο σεισμός σάρωσε τα πάντα. 3. παρασύρω: Η νεροποντή σάρωσε το χώμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κορέω — (I) κορέω (Α) βλ. κορεννύω. (II) κορέω (Α) 1. σαρώνω, σκουπίζω, καθαρίζω («τὴν αὐλὴν κόρει», Συρ.) 2. ερημώνω, σαρώνω έναν τόπο, εξολοθρεύω τους κατοίκους («κατάθου τὸ κόρημα μὴ κκόρει τὴν Ἑλλάδα» άφησε κάτω τη σκούπα μη σαρώνεις την Ελλάδα,… …   Dictionary of Greek

  • οφέλλω — (I) ὀφέλλω (Α) (επικ. και αρκαδ. τ.) βλ. οφείλω. (II) ὀφέλλω (Α) 1. αυξάνω, μεγαλώνω, υψώνω, επιτείνω («οὐ γάρ τις κείνῳ ἐναλίγκια κύματ ὀφέλλει... πόρος», Διον. Περ.) 2. δίνω τιμή, τιμώ («πεδίον σὺν θεῶν ὀφέλλειν», Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης… …   Dictionary of Greek

  • συγκαλλύνω — Α σαρώνω κάτι μαζί με κάτι άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καλλύνω «ευτρεπίζω, καθαρίζω, σαρώνω» (< κάλλος, τὸ)] …   Dictionary of Greek

  • Maniots — Part of a series on Greeks …   Wikipedia

  • έρρω — ἔρρω (Α) 1. πορεύομαι ή βαδίζω αργά και με κόπο, ιδίως για τον Ήφαιστο που ήταν χωλός («αὐτὰρ ὁ ἔρρων πλησίον», Ομ. Ιλ.) και για τον Οδυσσέα («ἣ μ’ οἴῳ ἔρροντι συνήντετο» μέ συνάντησε να περιπλανιέμαι μόνος, Ομ. Οδ.) 2. πηγαίνω, μεταβαίνω κάπου 3 …   Dictionary of Greek

  • διαρμίζω — 1. τακτοποιώ, ευπρεπίζω 2. σαρώνω 3. ξεκαθαρίζω έναν τόπο …   Dictionary of Greek

  • εκσαρώ — ἐκσαρῶ ( άω) (Α) σαρώνω εντελώς, καθαρίζω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.